ραπτεργάτης

ραπτεργάτης
ο , ραπτεργάτρια η работни|к, -ца пошивочной мастерской

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "ραπτεργάτης" в других словарях:

  • ραπτεργάτης — ο, θηλ. ραπτεργάτρια, Ν εργάτης, τεχνίτης σε ραφείο ή σε εργοστάσιο κατασκευής ενδυμάτων. [ΕΤΥΜΟΛ. < ράπτης + εργάτης] …   Dictionary of Greek

  • ραπτεργάτρια — η Ν βλ. ραπτεργάτης …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»